ευφράδης

ευφράδης
ης, ες красноречивый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ευφράδης" в других словарях:

  • εὐφραδής — expressing oneself correctly masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφραδής — ές (ΑΜ εὐφραδής, ές) αυτός που έχει ευχερή έκφραση, ο εύγλωττος μσν. αρχ. 1. αυτός που εκφράζεται σωστά ή με σαφήνεια 2. ο εκφρασμένος καλά. επίρρ... ευφραδώς (Α εὐφραδέως) με ευγλωττία, με ευφράδεια αρχ. 1. καθαρά, με σαφήνεια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ… …   Dictionary of Greek

  • ευφραδής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που έχει άνεση στο λόγο, εύγλωττος: Ευφραδής ρήτορας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφραδῆ — εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέστερον — εὐφραδής expressing oneself correctly adverbial comp εὐφραδής expressing oneself correctly masc acc comp sg εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδεῖς — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem acc pl εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδές — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem voc sg εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέστατον — εὐφραδής expressing oneself correctly masc acc superl sg εὐφραδής expressing oneself correctly neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδοῦς — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέας — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφραδέεσσι — εὐφραδής expressing oneself correctly masc/fem/neut dat pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»